200 rreshtat e parë.
Ακούς εκεί! Να θέλω ένα φύλλο για να βγω...
και να τραβήξει μπαλαντέρ η κυρία Κοκορίκου!
Αμάν πια, βρε γυναίκα!
Παράγινε το κακό σου μ' αυτό το χαρτί.
Σκοινί κορδόνι το πήγαμε το ξενύχτι.
'Ασε με, Στόλη μου, μην αρχίζεις πάλι την γκρίνια. Να χαρείς!
'Ετσι που καταντήσαμε εδώ μέσα δεν μπορώ να χαρώ πια τίποτα.
Απ' την μια, η κόρη μου αρραβω- νιάστηκε αυτόν τον σαχλαμάρα...
απ' την άλλη εσύ το 'χεις ρίξει στην κοσμική ζωή και στο χαρτί...
Τι απόμεινε για τον φουκαρά τον Αποστόλη; Τι απόμεινε για μένα;
-Εγώ, Στόλη μου. Δεν σου φτάνω; -Εσύ παντρεύτηκες τους βαλέδες.
Τα παραλές! Απόψε πια, είσαι για να 'σαι.
Είμαστε κοινωνική άνθρωποι και πρέπει να ζούμε σύμφωνα...
με την θέση μας. Και χαρτιά θα παίξουμε, και πάρτι θα κάνουμε.
Και θα πληρώνουμε τα μαλλιά της κεφαλής μας.
Δεν μου λες, Στόλη, μήπως άρχισες να γίνεσαι τσιγκούνης;
'Οχι. Ο Λαμπιρίκος ούτε ήταν, ούτε θα γίνει ποτέ τσιγκούνης.
Αλλά μεταξύ μας τώρα και μην σου ξεφύγει καμιά κουβέντα...
έχω στενοχώριες στο εργοστάσιο.
Δεν μπορώ να πληρώσω τις υποχρεώσεις μου.
Μην στενοχωριέσαι. Θα τα καταφέρεις.
'Εχεις και τον διαχειριστή σου, τον Κωστάκη, που είναι ατσίδας.
Πώς! 'Αλλου είδους ταραχή και αυτός. 'Ολο ιδέες είναι.
-Και μου μπαίνει και στην μύτη. -Αφού τον κατσαδιάζεις συνέχεια.
Είσαι εγωιστής. Δεν θέλεις να παραδεχτείς ότι τον έχεις ανάγκη.
Εγώ έχω ανάγκη τον Κωστάκη; Ο Λαμπιρίκος...
Ο Λαμπιρίκος δεν έχω ανάγκη κανέναν. Αυτό δεν ήθελες να πεις;
-Ναι. Πού το κατάλαβες; -Ε, σ' έμαθα πια.
'Αντε, έλα να κοιμηθούμε, γιατί έχουμε και τον κανταδόρο.
'Αλλο νούμερο κι αυτό. Επίτηδες το κάνει ο άτιμος.
Είδες όμως; Από την βραδιά που τον κατάβρεξα...
δεν ξανακούσαμε τις γαΪδουροφωνάρες του.
Και πού 'σαι; Ούτε θα τις ξανα- κούσεις στον αιώνα τον άπαντα.
Σ' το λέω εγώ, ο Λαμπιρίκος.
Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά...
Να τος πάλι!
Επίτηδες το κάνει ο σορόπιας. Τώρα θα του δείξω εγώ!
Στόλη, σε παρακαλώ. Θα ξυπνήσεις την γειτονιά.
Ρε κανταδόρε της δεκάρας, δεν πας να τινάξεις αλλού την αμυγδαλιά;
Εμένα εδώ μου αρέσει να την τινάζω.
Εδώ σ' αρέσει; Να σου τινάξω κι εγώ την γλάστρα στην κεφάλα.
-Στόλη, θα τον σκοτώσεις! -Τζίφος! Δεν με πέτυχες.
Θα σε πετύχω άλλη φορά, πού θα μου πας;
Φαλακράκια, δεν πας μέσα να κάνεις νανάκια;
Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά...
-Φέρε μου μια γλάστρα! -'Ελα μέσα.
Είναι και τυχερός βλέπεις. Μου ξέφυγε ο άτιμος.
Δεν κάνεις καλά. Θα τον πετύχεις και θα πας φυλακή.
Ας τον πετύχω κι ας πάω. Μου 'χει ταράξει τις γλάστρες.
-Είναι η πέμπτη που του πετάς. -Η έκτη, αλλά θα τον πετύχω.
'Ελα, ηρέμησε τώρα. 'Ετσι ταράζεσαι τα βράδια...
και την άλλη μέρα γίνεσαι μαλλιά κουβάρια με το προσωπικό.
Αύριο να δεις τι έχουν να τραβήξουν στο εργοστάσιο.
Ο Κωστάκης θα την πληρώσει την καντάδα.
Θα τα είχατε ήδη πάρει, αν ήταν δραστήριος αυτός ο βλάκας...
-...ο διαχειριστής! -Να!
Γιατί είχε την υποχρέωση ως οικονομικός υπεύθυνος...
να 'χει κάνει εισπράξεις από τους πελάτες που μας χρωστάνε.
Κι αντί να κάνει εισπράξεις, κά- θεται και γράφει ερωτικά ραβασάκια.
-Κακό ψόφο να 'χει, ο αχαίρευτος. -Μπα, που να φας την γλώσσα σου!
-'Ελα, βρε παιδάκι μου! -Τι έγινε; Με ζήτησε;
'Εχει χαλάσει τον κόσμο. Πού ήσουν;
Είχα πάει μέχρι το πρακτορείο, να πάρω αυτές τις κότες.
Μου τις έστειλε η θεια μου από το χωριό για να ρουφάω κανένα αβγό.
Τα ρουφηχτά αβγά μας έλειπαν.
'Ελα, πάρ' το φτερό σου, κυρά μου.
Το αφεντικό φαίνεται ότι έχει οικονομικές στενοχώριες.
Εμ, βέβαια. Πώς να μην έχει; Εκατό χιλιάδες τον μήνα τραβάει.
Για δες εδώ. Το 'χει μαδήσει το φουκαριάρικο.
'Αδειο είναι. Σαν γκαζοτενεκές.
Να δώρα στον αρραβωνιαστικό, να μπουζούκια τα βράδια...
Να η κυρία στις μπουτίκ, να κότερο για ταξιδάκια...
πάτωσε το εργοστάσιο. Φύκια έχει πιάσει.
Ναι, αλλά έπιασε ο Λαμπιρίκος. Μπάνικη γυναίκα η κυρία Φλώρα.
Μπάνικη δεν λες τίποτα. Μόλις την είδε το ραμολί, τέζα!
-15 χρόνια γουρούνι ήταν. -Τι γουρούνι;
Χήρος, παιδάκι μου. Του την έδωσε κατακούτελα.
Δεν τον ήθελε, γιατί ήταν από δεύτερο χέρι κι είχε και κόρη.
Σας είπα, κύριοι. Μην με στενο- χωρείτε περισσότερο.
'Εχω και την καρδιά μου. Απόψε δεν έκλεισα μάτι.
Κάποιος βλάκας κάνει καντάδες στην κόρη μου. Σας παρακαλώ.
-Πού είναι ο άλλος ο βλάκας; -Λύσσαξε σήμερα.
Βλάκα με ανεβάζει, βλάκα με κατεβάζει.
-Πήγαινε μέσα. -Να κρύψω τις κότες.
Σκάστε!
Πού να τις βάλω;
Πήγαινε πες του ότι έρχομαι, μην βγει έξω και δει τις κότες.
-Κάνε γρήγορα. -Εντάξει! Σκάσε εσύ, βρε.
Υπομονή, κύριοι, θα πληρωθείτε. Δεν έχουμε λεφτά σήμερα.
-Με φωνάξατε, κύριε διευθυντά; -Τι να σε κάνω εσένα;
-Τον διαχειριστή μου θέλω. -'Οπου να 'ναι έρχεται.
'Ερχεται; Να γκρεμοτσακιστεί να έρθει αμέσως!
Εμπρός; Μάλιστα, ο ίδιος.
Το ξέρουμε, κύριοι και αναγνωρί- ζουμε τις υποχρεώσεις μας.
Εντός των ημερών, ο λογαριασμός σας θα τακτοποιηθεί.
Εμπρός; Μάλιστα, ο ίδιος.
Το ξέρουμε ότι είστε τράπεζα. Ακούστε, κύριε διευθυντά...
η επιχείρησή μου δεν πρόκειται να καταχραστεί τα χρήματά σας.
Εντός των ημερών, ο λογαριασμός σας θα τακτοποιηθεί.
Τι να κάνετε; Υπομονή!
Πού βόσκεις, βρε; Δεν ακούς που σε φωνάζω;
-Ξελαρυγκιάστηκα! -Κι εγώ ξεχεριάστηκα να πληρών.
Από το πρωί κάνω πληρωμές. Πιά- στηκε το χέρι μου να μετράει.
-250 χιλιάρικα πλήρωσα. -Πού τα έδωσες;
Εκεί που τα χρωστούσαμε. Η βιομηχανία μας καθυστερεί λίγο...
αλλά τα πληρώνει όλα μαζεμένα.
-Α, βέβαια! 'Ολοι πληρώνονται εδώ. -Κι όλα εδώ πληρώνονται.
Και τα δώρα και τα μπουζούκια και τα κότερα και οι μπουτίκ.
Τον κακό σου τον καιρό. Τι χρωστάμε στους κυρίους;
Να φέρει αμέσως τα βιβλία του για να δούμε τι μας χρωστάτε.
Δεν χρειάζονται βιβλία, κύριοι. Τα ξέρω απ' έξω και ανακατωτά.
Σε σας, κύριε Καψοκέφαλε, η εταιρία μας οφείλει 68,561 ...
-...και δέκα. -'Ασε το δέκα. Στρογγυλά νούμερα.
Γιατί να του φάμε την δεκάρα; Εμείς είμαστε αξιοπρεπή εταιρία...
-...που μας βγάζουν το καπέλο. -Βεβαίως! Αυτό να λέγεται.
-Το δικό μου τιμολόγιο ίδιο είναι; -Ίδιο και χειρότερο.
Σε σας, κύριε Μουρίκη, οφείλουμε 78,788 και ογδόντα.
Αυτή τη στιγμή στο ταμείο δεν υπάρχει ούτε ζωγραφιστή δεκάρα.
Ε, όχι. Τουλάχιστον να μας δώσετε κάτι έναντι.
-Κάτι θα υπάρχει απέναντι. -Απέναντι το μόνο που υπάρχει...
είναι το καφενεδάκι του μπάρμπα Φανούρη.
Αν θέλετε, πηγαίνετε να πιείτε ένα καφεδάκι της παρηγοριάς...
και την άλλη βδομάδα, τα ξαναλέμε.
-Αυτό είναι απαράδεκτο. -Δεν είναι δυνατόν...
άλλοι να πληρώνονται και άλλοι να μην παίρνουν ούτε δραχμή.
Αν δεν με πληρώσετε τώρα, θα δια- μαρτυρήσω τις συναλλαγματικές σας.
Αν μου το κάνετε αυτό, θα πέσω στην θάλασσα να πνιγώ.
Σας λέμε, δεν υπάρχει δραχμή. Τι θέλετε να πάρετε;
-Το πόμολο του χρηματοκιβωτίου; -Να δούμε το χρηματοκιβώτιο.
-Μάλιστα, να δούμε. -Να δείτε, ρε!
Αφού είστε άπιστοι Θωμάδες, ελάτε να δείτε.
-Κάνε πέρα. -'Οχι, απαγορεύεται.
Εδώ είναι τα μυστικά της επιχειρήσεως.
Κάνε πέρα. Καθαρός ουρανός, αστραπές δεν φοβάται.
-Φοβάται. -Να το! Κάποιο λάκκο έχει η φάβα.
Στο χωριό σου την φάβα την έβα- ζες μέσα στο χρηματοκιβώτιο;
-Είναι φως φανάρι. Ψεύδεται. -Ο Λαμπιρίκος δεν ψεύδεται ποτέ!
Αίσχος! 'Εξω βρε! Απολύεσαι!
Οι κότες μου!
Θα μας φάνε οι κότες!
Προσωπικό! Συλλάβετε τις κότες!
Φωνάξατε, κύριε διευθυντά;
Οι κότες της θείτσας μου!
Ωχ το κεφαλάκι μου.
Παναθεμά τον! Κοτέτσι το 'κανε το γραφείο μου.
-Θα μας φάνε οι κότες εδώ μέσα. -'Ελα, μην κάνεις έτσι.
-Ωχ το κεφαλάκι μου. -Να σας φέρω ένα ποτηράκι νερό;
'Οχι, παιδί μου. Τι θέλετε εδώ βρε; Γρήγορα στις δουλειές σας.
Βρήκατε την ευκαιρία να το σκάσετε. Πού είναι αυτός ο βλάκας;
Εδώ είμαι. Σκάστε, σεβασμός.
-Τις συνέλαβα. -Πάλι με τις κότες μπροστά μου;
'Εξω, απολύεσαι! 'Ελα εδώ, πού πας;
-Να απολυθώ. -Σκασμός!
Δώσ' τις κότες και περίμενε.
Δώσ' τες στον μπάρμπα Αναστάση να τις βοσκήσει να φάμε κάνα αβγό.
'Αντε όλοι στις δουλειές σας.
Καλώς τες! Καλημέρα σας.
-Ψώνισες κότες; -Του κυρίου Κωστάκη είναι.
Εξαιτίας τους έγιναν μαλλιά κουβάρια πάνω.
-Τι έγινε; -Τα έβαλε με τον Κωστάκη.
Αμάν πια αυτοί οι δυο. Σαν τον σκύλο με την γάτα τρώγονται.
-Ποιος είναι αυτός ο Κωστάκης; -Ο ταμίας και διαχειριστής μας.
Πάμε επάνω.
-Θα μου το πληρώσεις αυτό. -Για στάσου, Λαμπιρίκο.
Εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να δώσουμε αφορμή για φασαρίες.
Τι φταίει το παιδί; Εμείς ξέρουμε ότι σκίζετε για την επιχείρηση.
Ξέρετε πόσες φορές μ' έχει απολύσει; Είκοσι μια.
-Ε, όχι κι έτσι. -Μ' έχει καταντήσει καρδιακό.
-Εγώ σου λέω να γκαρίζεις όλη μέρα; -Σκασμός! Είσαι αυθάδης!
'Ετσι μιλάνε στο αφεντικό, βρε;
Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα; Ποιος φωνάζει; Ο Αποστολάκης.
-Και ποιος ακούει; Ο Κωστάκης. -Το ξέρω, Κωστάκη μου.
-Πώς είστε, δεσποινίς Αλίκη; -Καλά, ευχαριστώ.
-Τι τρέχει πάλι; -Βρήκατε την ώρα να 'ρθειτε.
-Τι θέλετε; -Τίποτα. Περαστικοί ήμασταν...
και είπαμε να σου κάνουμε μια επισκεψούλα.
'Ολα τα 'χαμε, οι επισκεψούλες μας λείπανε.
'Ολο γκρίνια είσαι πια.
Μην τον παρεξηγείτε τον μπαμπά. Δεν είναι κακός, φωνακλάς είναι.
Εδώ μέσα είμαι για κλάματα. Τις προάλλες που κατέβηκα...
στο εργοστάσιο να δω για τις υπερωρίες...
μου πέταξαν ένα καλαπόδι στο κεφάλι.
Και τι καλαπόδι! 46 νούμερο. Σαν την μύτη του κυρίου.
Σας παρακαλώ, κύριε, μην προσβάλλετε την μύτη μου.
-Μην θίγετε τον αρραβωνιαστικό μου. -Αρραβωνιαστικός είναι αυτή η μύτη;
-Μάλιστα. Τι είπατε; -Τίποτα. Ζωή σε λόγου σας.
-Να τον χαίρεστε. -Τι θα γίνει με μας, Λαμπιρίκο;
Να πάτε στο καλό και να 'ρθειτε την άλλη βδομάδα.
-Σίγουρα πράγματα; -Σιγουρότατα.
'Αμα δεν είμαι σε θέση να πλη- ρώσω τρία γραμματιάκια, τι να πω;
Να δέσω μια κοτρόνα στο λαιμό μου και να πάω στο Φάληρο να πνιγώ.
-'Αντε στο καλό, παιδιά. -Γεια σου.
-Γεια σας, μαντάμ. -Στο καλό, κύριε Κοψοκέφαλε.
Καψοκέφαλος.
Γεια σου, Κωστάκη. Γεια σας, δεσποινίς.
Δεν φτάνει που δεν τον πληρώνου- με, τον λες και Κοψοκέφαλο.
-Ε, καλά τώρα. -Σ' το έχω πει χίλιες φορές.
Είναι ο δερματέμπορος Καψοκέ- φαλος. Πολλά λεφτά.
Κι αν τον πληρώναμε κι εμείς, θα 'χε ακόμα πιο πολλά.
Τι συμβαίνει; Η επιχείρηση έχει οικονομικές δυσχέρειες;
No comments yet. Be the first to leave one.