Die ersten 55 Zeilen.
Ένα αντίγραφο της ταινίας βρέθηκε το 2004.
Αποκαταστάθηκε ψηφιακά με τμήματα ενός ενδιάμεσου αρνητικού.
Οι υπάρχουσες κάρτες στα νορβηγικά είναι και αυτές από εκείνη την εποχή.
Τα αρχικά χρώματα της ταινίας έχουν αναδημιουργηθεί.
ΠΡΑΞΗ Α'
Ήταν μια φορά ένας γκριζομάλλης άντρας που ζούσε σ' ένα μακρινό, άγονο νησί.
Δεν πείραξε ποτέ κανέναν, μεγάλο ή παιδί, από στεριά ή θάλασσα.
Τα μάτια του άστραφταν όταν έρχονταν καταιγίδες.
Θα σας πω για τον Τέργιε απ' την αρχή ως το τέλος.
Στη στεριά ποτέ δεν βρήκε γαλήνη.
Όχι. Κάλιο να ζεις στην πανίσχυρη, κυματιστή θάλασσα.
Το φθινόπωρο, όταν οι χήνες πετούσαν νότια, οι δρόμοι τους συναντιούνταν.
Ήταν σαν ένα βάρος στους ώμους του ναύτη.
Άφηναν πίσω τους έναν κόσμο φωτός και τον χειμώνα, τον μαύρο, αντιμετώπιζαν.
Έριχναν άγκυρα και οι σύντροφοί του έφυγαν για να χορέψουν και να πιούν.
Τους έριξε ένα μελαγχολικό βλέμμα, καθώς στεκόταν στην πόρτα της καλύβας του.
Είδε μέσα απ' τις κουρτίνες, λευκές και καθαρές.
Η γυναίκα του ύφαινε και στα πόδια της
είχε μια κούνια μ' ένα μωρό, ροδαλό και αφράτο.
Λένε ότι από τότε ο Τέργιε έκοψε το ποτό.
Τραγουδούσε τα πιο χαρούμενα τραγούδια με τη μικρή Άννα αγκαλιά,
καθώς εκείνη τραβούσε τα καστανά του μαλλιά.
Ο χρόνος έτρεχε και σύντομα ήρθε πόλεμος, το 1809.
Μέχρι και σήμερα, οι ιστορίες λένε για χρόνια κακουχιών.
Οι Άγγλοι απέκλεισαν τα λιμάνια. Οι σοδειές μαράθηκαν.
Οι φτωχοί λιμοκτονούσαν και οι πλούσιοι έγιναν φτωχοί.
Δύο δυνατά χέρια δεν μπορούσαν να νικήσουν την αρρώστια και τον θάνατο.
Ο Τέργιε καθόταν για λίγες μέρες.
Τότε, πέταξε τη λύπη του.
Θυμήθηκε έναν φίλο, παλιό κι αληθινό, τη μεγάλη, αφράτη θάλασσα.
Το πιο ελαφρύ σκαρί πήρε για να ταξιδέψει στο Σκάγκεν.
Άφησε πανί και κατάρτι, γιατί πίστευε ότι δεν θα τον βοηθήσουν.
Όταν οι ανέμοι κόπασαν, τράβηξε κουπί για χάρη της γυναίκας και του παιδιού,
στη θάλασσα, στη μικρή, ανοικτή βάρκα.
Ο ύφαλος της Γιουτλάνδης είναι επικίνδυνος,
αλλά ο αγγλικός αποκλεισμός πιο πολύ. Είχαν μάτια αετού.
Συνεχίζεται.
ΠΡΑΞΗ Β'
Στο Φλάντστραντ έφτασε ασφαλής και μάζεψε το φορτίο του.
Είχε τη σωτηρία, αλλά η γυναίκα του και το παιδί του είχαν σημασία.
Την τέταρτη μέρα, με την ανατολή, είδε στεριά.
Σίμωνε στο σπίτι!
Τότε, όμως, οι λέξεις πάγωσαν στο στόμα του!
Ο ύφαλος λέγεται "Το Χηνόπουλο", ανατολικά του Χόμποργκζουντ.
Από την πλώρη, ο αξιωματικός φώναξε "Στοπ!"
Κρατούσε ένα κουπί που το πέρασε μέσα από τον πάτο της βάρκας!
"Στη στεριά, στις βραχώδεις ακτές,
είναι η γυναίκα μου στην πόρτα της καλύβας και περιμένει ψωμί για το παιδί μας".
Βουτούσε και κολυμπούσε και πάλι βουτούσε.
Σε ένα μέτρο νερό, το πολύτιμο φορτίο του βυθίστηκε.
Τον ψάρεψαν από τη θάλασσα και τον ανέβασαν στο καράβι.
Αγόρασε με δάκρυα, του πούλησαν χαμόγελα.
Ο Τέργιε σώπασε. Είχε τελειώσει. Έκανε τον πόνο δικό του.
Ήταν στη φυλακή για πολλά χρόνια, κάποιοι λένε για πέντε.
Το κεφάλι σκυφτό, τα μαλλιά γκρίζα, όλα απ' τα όνειρα που έκανε για το σπίτι του.
No comments yet. Be the first to leave one.